Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Θάρρος ή Αλήθεια...

Λίγο πριν δύσει ο ήλιος, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι είναι στην πλατεία. Μόλις έχουν γνωριστεί. Κάνουν κούνια, παίζουν κυνηγητό, τρώνε παγωτά. Γύρω τους υπάρχουν κι άλλα παιδιά που κάνουν το ίδιο. Γίνονται όλα μια παρέα. Κάποιος ρίχνει την ιδέα για ένα παιχνίδι που έμαθε σε κάποιο πάρτυ. Θάρρος ή αλήθεια. Φαίνεται να το ξέρουν όλα τα παιδιά κι έτσι ξεκινάει το παιχνίδι...



Ένα παιχνίδι ερωτήσεων και προκλήσεων... Χωρίς νικητή ή χαμένο. Μαθαίνουν αλήθειες και ξεπερνούν φόβους. Χωρίς καλά καλά να το καταλάβουν...

Ακούγοντας τα, σκέφτομαι πόσες αλήθειες δεν είπα, δεν άκουσα... Πόσους φόβους δεν ξεπέρασα, πώς έκανα την ανασφάλεια συνήθεια. Απόψε θα γίνω πάλι παιδί, θα πάω στον καθρέφτη και θα του πω τις αλήθειες μου, τους φόβους μου. Μάλλον δε θα μου απαντήσει. Τουλάχιστον όμως θα νιώσω λίγότερο το βάρος που κουβαλάω...


Ήρθε το βράδυ και τα παιδιά γύρισαν σπίτι. Η πλατεία ησύχασε, άδειασε. Έτσι κι εγώ πήρα το δρόμο για το σπίτι μου, με όλα αυτά στο νου. 

Στην άκρη της πλατείας μια γυναίκα μού ζητάει ένα τσιγάρο και της το δίνω σχεδόν αδιάφορα. Κι ενώ ανοίγω το βήμα μου για να φύγω, την ακούω να με φωνάζει! Μου ζητάει να της κάνω παρέα γιατί ο φίλος της έχει αργήσει και φοβάται στην άδεια πλατεία.


Άρχισαμε να μιλάμε για τα χρόνια που πέρασαν, γι' αυτά που κάναμε, γι' αυτούς που γίναμε. Μιλήσαμε για τον φίλο της που την είχε στήσει, για τον γιό μου που δε μιλάμε πια, για τις δουλειές μας που δεν απολαμβάνουμε, για τα τα ταξίδια που δεν κάναμε, για το φιλί που δώσαμε σε κάποιο πάρτυ... Δυο άγνωστοι και είπαμε τόσα πολλά που δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα...

Γυρίζοντας μετά στο σπίτι, πήρα τηλέφωνο το γιό μου. Δεν απάντησε. Άφησα μια καληνύχτα στον τηλεφωνητή. Απόψε δε θα χρειαστώ τον καθρέφτη. τον είχα ήδη βρει στην άκρη της πλατείας και μου είχε απαντήσει κιόλας!